Ενοριακός Ναός της Αγίας Τριάδος
Σχετικά με την εκκλησία
Ο ενοριακός ναός της Αγίας Τριάδος στη Βργκάντα αποτελεί προληπτικά προστατευόμενο πολιτιστικό αγαθό (2022–2026).
Ο ενοριακός ναός της Αγίας Τριάδος είναι ένα μπαρόκ οικοδόμημα, που ολοκληρώθηκε το 1687 και πιθανότατα βρισκόταν υπό την προστασία της οικογένειας Damiani, η οποία είχε λάβει νωρίτερα ως φέουδό της, το νησί Βργκάντα. Παλαιότερα, τη λειτουργία της ενοριακής εκκλησίας επιτελούσε το μικρό εκκλησάκι του Αγίου Ανδρέα, δίπλα στο οποίο βρισκόταν και το κοιμητήριο. Πιθανότατα, λόγω της αύξησης του πληθυσμού, ανεγέρθηκε ένας νέος, μεγαλύτερος ενοριακός ναός στον λόφο Sudujam. Στην τοποθεσία αυτή έχουν καταγραφεί σπάνια αρχαία ευρήματα καθώς και μεταγενέστεροι τάφοι, γεγονός που επιτρέπει να υποθέσουμε ότι στον λόφο υπήρχε και παλαιότερο λατρευτικό κτίσμα· ωστόσο, για πιο τεκμηριωμένα συμπεράσματα απαιτούνται περαιτέρω έρευνες. Η υπάρχουσα μπαρόκ εκκλησία έχει ασυνήθιστη μορφή, καθώς αποτελείται από τήν αψίδα του ιερού κυλινδρικό με εξωτερική διάμετρο περίπου 8,50 μ. και ένα επιμήκη ορθογώνιο κλίτος με εξωτερικές διαστάσεις: μήκος 14,50 μ. και πλάτος 7,50 μ. Το ιερό, στραμμένο προς την ανατολή, έχει κεντρική κυκλική μορφή και καλύπτεται από θόλο που εδράζεται σε έντονα διαμορφωμένο γείσο στο εσωτερικό. Προς τα δυτικά συνδέεται με τον ορθογώνιο χώρο της εκκλησίας, ο οποίος στο σημείο επαφής με την αψίδα πλαισιώνεται από διαμορφωμένη θριαμβική αψίδα που στηρίζεται σε δύο πλευρικούς πεσσούς, χαρακτηριστικό της τυπικής μπαρόκ αρχιτεκτονικής. Η εκκλησία διαθέτει περιορισμένα ανοίγματα: απλή είσοδο με διαμορφωμένο γείσο, οφθαλμό (oculus) επάνω από αυτήν, πλευρική είσοδο και από ένα θερμικό παράθυρο στις πλευρές, καθώς και δύο μικρότερα παράθυρα στο ιερό. Το εξωτερικό είναι πλήρως επιχρισμένο, ενώ από τη λίθινη διακόσμηση διασώζονται ένα μικρό ακρωτήριο στην κορυφή της στέγης και ένας πέτρινος σταυρός στην πρόσοψη, ο οποίος πιθανότατα αντικατέστησε παλαιότερο κωδωνοστάσιο τύπου «πρέσλιτσα». Το καμπαναριό, δηλαδή μια μικρή στοά για τις καμπάνες, κατασκευάστηκε εξωτερικά δίπλα στην εκκλησία στις αρχές του 20ού αιώνα. Το εσωτερικό της εκκλησίας είναι επίσης επιχρισμένο και διαθέτει νεότερη δαπεδόστρωση. Στο ιερό, το οποίο παλαιότερα χωριζόταν από τον κυρίως ναό με μικρό μπαρόκ κιγκλίδωμα, βρίσκεται η κεντρική αγία τράπεζα, που διαχωρίζει τον κεντρικό χώρο σε πρόσθιο ιερό και σε μικρό σκευοφυλάκιο στο βάθος. Η εκκλησία είναι εξοπλισμένη με αξιόλογα μπαρόκ αλτάρια (αγίες τράπεζες) και μεταγενέστερο ξύλινο υπερώο (χοροστάσιο).
❶ Κεντρικό αλτάριο
Το κεντρικό αλτάριο (αγία τράπεζα) της ενοριακής εκκλησίας, κατασκευασμένο από μάρμαρο με πολύχρωμες ένθετες διακοσμήσεις, αποτελείται από ένα παλαιότερο τμήμα — τη μπαρόκ τράπεζα και το αρτοφόριο (tabernaculum) από το δεύτερο μισό του 18ου αιώνα — και από ένα ανώτερο τμήμα κλασικιστικής μορφής (ρετάμπλο) με κίονες, που χρονολογείται στα τέλη του 19ου αιώνα. Το κάτω μέρος του αλαταρίου και το αρτοφόριο, εξαιρετικής ποιότητας κατασκευής, είναι έργα των τοπικών εργαστηρίων Dell'Aqua και Degan, γνωστών για τά πολυάριθμα αλτάριο με τα οποία εξόπλισαν εκκλησίες στα νησιά της περιοχής του Ζαντάρ. Το ανώτερο τμήμα του αλταρίου ήταν παλαιότερα ξύλινο με επιχρυσωμένους κίονες, αλλά αντικαταστάθηκε από μαρμάρινο λόγω φθοράς. Στο σύνολο του αλταρίου ανήκουν επίσης οι πλευρικές θύρες του σκευοφυλακίου, με διακοσμητικά υπέρθυρα και γλυπτά αγγέλων.
❷ εικόνα του αλταρίου της Αγίας Τριάδος
Η εικόνα του αλταρίου της Αγίας Τριάδος είναι παλαιότερος πίνακας τοποθετημένος σε ορθογώνιο πλαίσιο του νεότερου τμήματός του. Μπορεί να χρονολογηθεί, με επιφύλαξη, στον 17ο αιώνα και να αποδοθεί σε άγνωστο βενετσιάνικο μπαρόκ ζωγράφο· πιθανότατα κατασκευάστηκε κατά την ολοκλήρωση της εκκλησίας το 1687. Πρόκειται για απεικόνιση της Αγίας Τριάδος, με τον Θεό Πατέρα, τον Χριστό και το Άγιο Πνεύμα ανάμεσα σε αγγέλους στο άνω μέρος της εικόνας, ενώ στο κάτω μέρος εικονίζονται άγιοι που συνδέονται με το ίδιο το νησί Βργκάντα, καθώς και με την ευρύτερη περιοχή του Ζαντάρ στην οποία ανήκει. Στο πρώτο επίπεδο, από αριστερά προς τα δεξιά, απεικονίζονται: ο Άγιος Δόμνιος, ο Άγιος Συμεών και ο Άγιος Ιερώνυμος, στα πόδια του οποίου βρίσκεται ένα λιοντάρι. Ανάμεσά τους εικονίζονται επίσης ο Αρχάγγελος Μιχαήλ ως νεαρός φτερωτός πολεμιστής και ο Άγιος Ανδρέας, μεγαλύτερης ηλικίας, με τον χαρακτηριστικό του σταυρό.
❸ Πλευρικό αλτάριο της Παναγίας του Ροδαρίου με άγαλμα της Θεοτόκου με το Βρέφος
Το πλευρικό αλτάριο στον βορειοανατολικό τοίχο, κατασκευασμένο από μάρμαρο με πολύχρωμα ένθετα, χρονολογείται στα μέσα του 18ου αιώνα. Είναι μικρότερων διαστάσεων σε σχέση με το κεντρικό αλτάριο, αλλά πλουσιότερα διακοσμημένο, ιδίως στο άνω τμήμα, όπου φέρει τρία ολόγλυφα αγάλματα αγγέλων και μία κεφαλή χερουβείμ. Αν και τα γλυπτά έχουν κάπως άτεχνα επιζωγραφιστεί, συνολικά αποτελεί ποιοτικό μπαρόκ έργο που αποδίδεται στον καλλιτέχνη Girolamo Picco.
Στη βαθιά ημικυκλική κόγχη του βρίσκεται καθιστό άγαλμα της Παναγίας του Ροδαρίου, η οποία κρατά στο γόνατό της τον μικρό Ιησού και μαζί του προσφέρει ροζάρια προς τους πιστούς. Πρόκειται για λεπτοδουλεμένο και καλοζωγραφισμένο γλυπτό, με ήπιες εκφράσεις προσώπου και χειρονομιών, που πιθανότατα δημιουργήθηκε στις αρχές του 20ού αιώνα.
❹ Πλευρικό αλτάριο του Τιμίου Σταυρού με πίνακα
Το πλευρικό αλτάριο στον νοτιοδυτικό τοίχο παρουσιάζει τα ίδια χαρακτηριστικά με εκείνοντης Παναγίας του Ροδαρίου και πιθανότατα αποτελεί έργο του ίδιου καλλιτέχνη Girolamo Picco, από τα μέσα του 18ου αιώνα. Όπως και στο προηγούμενο, το κάτω μέρος του είναι απλούστερο, ενώ το άνω τμήμα είναι πλουσιότερα διαμορφωμένο, με κίονες από μαύρο μάρμαρο, τρία αγάλματα αγγέλων και μία κεφαλή χερουβείμ, τα οποία έχουν επιζωγραφιστεί χωρίς ιδιαίτερη επιμέλεια.
Στο κέντρο του αλταρίου, μέσα σε τοξωτό πλαίσιο, βρίσκεται πίνακας που απεικονίζει την Αποκαθήλωση του Χριστού, έργο άγνωστου βενετσιάνου ζωγράφου, πιθανότατα από τα τέλη του 18ου αιώνα. Σε δραματική και κάπως λαϊκότροπη απόδοση παρουσιάζονται τέσσερεις άνδρες που κατεβάζουν το σώμα του Χριστού από τον Σταυρό, ενώ κάτω από αυτούς συγκεντρώνονται τέσσερεις γυναίκες, μεταξύ των οποίων η Θεοτόκος και η Μαρία η Μαγδαληνή. Το φόντο καταλαμβάνει εκτενής ουρανός με σύννεφα και ορεινό τοπίο με αιχμηρές κορυφές, καθώς και η απεικόνιση μιας μικρής πόλης στο κάτω μέρος.
❺ Λιτανευτικός Σταυρός
Ο λιτανευτικός Σταυρός είναι κατασκευασμένος από επάργυρο έλασμα πάνω σε ξύλινη βάση και διακοσμημένος με τεχνικές σφυρηλάτησης και χάραξης. Η λαβή είναι πλούσια διακοσμημένη με φυτικά μοτίβα, ενώ τα άκρα του Σταυρού φέρουν τρίλοβα διαμορφωμένα άκρα που δημιουργούν προεκτάσεις για την τοποθέτηση ανάγλυφων ημιπροτομών των Ευαγγελιστών (επάνω ο Άγιος Ιωάννης, κάτω ο Άγιος Λουκάς, δεξιά ο Άγιος Μάρκος, αριστερά ο Άγιος Ματθαίος). Στο κέντρο βρίσκεται το σώμα του Εσταυρωμένου Χριστού, πλαισιωμένο από ακτίνες. Ο τρόπος διαμόρφωσης των ανάγλυφων μορφών και της διακόσμησης παραπέμπει στην μπαρόκ περίοδο και σε βενετσιάνικα εργαστήρια ως τόπο και χρόνο κατασκευής, όπως και άλλα παρόμοια παραδείγματα που έχουν διασωθεί στην περιοχή του Ζαντάρ.
❻ Άγαλμα της Θεοτόκου με το Βρέφος
Το καθιστό άγαλμα της Θεοτόκου είναι ξύλινο και πολύχρωμο και πιθανότατα χρονολογείται στον 19ο αιώνα. Όπως και άλλα αγάλματα που προορίζονταν για ένδυση και έκθεση, πιθανότατα μόνο τα πρόσωπα και τα χέρια είναι πιο λεπτομερώς επεξεργασμένα. Η Θεοτόκος κάθεται σε θρόνο και με το αριστερό της χέρι στηρίζει τον μικρό Χριστό, ενώ το δεξί της είναι υψωμένο (πιθανότατα κρατούσε ροζάριο). Το πρόσωπό της είναι ωοειδές, με φυσικά χαρακτηριστικά και χαμηλωμένο βλέμμα, ενώ κάτω από το γαλάζιο πέπλο που καλύπτει το κεφάλι διακρίνονται καστανά μαλλιά. Στο αριστερό της γόνατο στέκεται το Θείο Βρέφος, που απλώνει απαλά το δεξί του χέρι προς το πρόσωπο της μητέρας του, ενώ το αριστερό του είναι υψωμένο (πιθανότατα κρατούσε ροζάριο). Στο κεφάλι της Θεοτόκου και του Χριστού έχουν προστεθεί μεταγενέστερα ασημένια τάματα σε μορφή στεφάνων, ενώ γύρω από τα χέρια και τον λαιμό τους έχουν αναρτηθεί αφιερωματικά δώρα.
❼ Κολυμβήθρα
Η λίθινη κολυμβήθρα με μεταλλικό κάλυμμα πιθανότατα χρονολογείται από τη μπαρόκ περίοδο κατασκευής της ίδιας της εκκλησίας. Η διακόσμηση, όπως το μοτίβο «ιχθυοκύστης» στο κάτω μέρος της λεκάνης και η βάση σε μορφή διπλού αχλαδιού (βαλουστέρ), αποτελούν χαρακτηριστικά μορφολογικά στοιχεία αυτού του τύπου εκκλησιαστικού εξοπλισμού και απαντώνται καθ’ όλη τη διάρκεια του 17ου και 18ου αιώνα.





